Πέμπτη 12 Ιουλίου 2012

Μιλώντας για (με) τη Χρυσή Αυγή: μερικές πρώτες σκέψεις


κείμενο της Ντίνας Τζουβάλα από το RedNoteBook

Ας ξεκινήσουμε με μερικά μάλλον κοινώς αποδεκτά δεδομένα. Η ως τώρα ακολουθούμενες τακτικές για την αντιμετώπιση της ΧΑ αποδείχθηκαν αναποτελεσματικές, καθώς  στις εκλογές της 17ης Ιούνη η Χρυσή Αυγή διατήρησε το σημαντικό 7% που είχε κατακτήσει ενάμιση μήνα νωρίτερα. Η αρχική σιωπή (πριν τις 6 Μάη), η υπόμνηση της φιλοναζιστικής ιδεολογίας της ΧΑ, το κατοχικό παρελθόν της Ελλάδας και τα εν γένει εγκλήματα του ναζισμού, η επίκληση της ξεκάθαρα εγκληματικής δράσης της οργάνωσης δεν απέδοσαν τα αναμενόμενα (;) αποτελέσματα. Η ΧΑ όχι μόνο διατήρησε τα ποσοστά της, αλλά παρουσιάζει και τέτοια πληθυσμιακή κατανομή που βεβαιώνει πως η ίδια δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο.


Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον...


Αναζητώντας τι πρέπει να κάνουμε από ΄δω και μπρος, θα πρέπει να διερωτηθούμε γιατί αυτό που κάναμε ως τώρα είναι αναποτελεσματικό. Προσωπική μου εκτίμηση είναι πως η εκστρατεία κατά της ΧΑ ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις είχε έντονα στοιχεία ηθικού πανικού και δεν εστίασε επαρκώς στους λόγους ανόδου της οργάνωσης. Η υπόμνηση, για παράδειγμα, της ναζιστικής θηριωδίας κατά τη διάρκεια της Κατοχής πατούσε εν πολλοίς στο σχήμα της καθολικής αντίστασης των Ελλήνων απέναντι στον ναζισμό και στην απόλυτα περιθωριακή ύπαρξη του δωσιλογισμού. Όμως, παρόλο που το ΕΑΜ πήρε όντως πρωτόγνωρες διαστάσεις, δεν πολέμησαν όλοι οι παππούδες μας το ναζισμό, όπως έλεγε μια από τις εικόνες που κυκλοφορούσαν ευρέως στο διαδίκτυο. Αντίθετα, ο δωσιλογισμός υπήρξε κοινωνικό φαινόμενο με βαθιές πολιτικές ρίζες. Ο απόηχός του επιβίωσε μέσα από τον Εμφύλιο, τις δεκαετίες του ΄50 και του ΄60 και τη Χούντα, για να φτάσει -μεταλλαγμένος προφανώς- μέχρι τις μέρες μας. Το γεγονός, για παράδειγμα, πως ο εκλεγμένος αντιπρόσωπος της ΧΑ στην Εύβοια κατάγεται απ την Αμάρυνθο, έδρα των Ταγμάτων Ασφαλείας, δεν είναι εντελώς τυχαίο. Σ΄ αυτή τη μερίδα του πληθυσμού, το έπος της Αντίστασης είναι το περιτύλιγμα της «κόκκινης τρομοκρατίας», και συνεπώς καμία θετική συγκίνηση δεν προκαλεί.

Από την άλλη, η επίκληση γενικά των εγκλημάτων του ναζισμού μπορεί να μας μπλέξει σε μια στατιστικού τύπου πτωματολογία για το αν σκότωσαν πιο πολλούς ο Χίτλερ ή ο Στάλιν, πτωματολογία την οποία πρώτοι εφηύραν οι φιλελεύθεροι. Όσο αυτονόητη κι αν φαντάζει στα μάτια μας η απάντηση σε μια τέτοιου είδους συζήτηση, το επιχείρημά μας δεν δομείται για όσους αντιλαμβάνονται αυτό το αυτονόητο.

Τέλος, η βίαιη δράση και η στρατιωτικοποιημένη δομή της ΧΑ ήταν πόλος έλξης παρά απώθησης για όσους την ψήφισαν. Η αντιφατική σχέση έλξης/αποστροφής τμημάτων της μικροαστικής τάξης για τη βία ικανοποιείται πλήρως από την επιλογή «θα τους ψηφίσω για να δέρνουν», έστω και αν την ίδια στιγμή, η βία του Δεκέμβρη του 2008 έχει κωδικοποιηθεί ως τραύμα στο σώμα αυτών των στρωμάτων.


Το τόξο και τα βέλη


Αν κάτι μας άφησε η συζήτηση για το νόμο περί ιθαγένειας είναι η περιβόητη φράση περί «συνταγματικού τόξου»[1] που θα απομόνωνε τις δυνάμεις εκτός αυτού. Μπορεί μια τέτοιου είδους προσέγγιση να μας βοηθήσει στην μάχη ενάντια στον ναζισμό; Η απάντησή που δίνεται εδώ είναι αρνητική. Το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ ούτε μπορούν ούτε θέλουν να επικουρήσουν έναν τέτοιο αγώνα - και το έχουν δείξει με κάθε τρόπο: η ανοχή της αστυνομίας σε φαινόμενα φασιστικής βίας είναι τόσο εκτεταμένη που δύσκολα ανάγεται μόνο σε φαινόμενα αυτονόμησης, ο πολιτικός λόγος της ΝΔ προεκλογικά είχε σαφείς ακροδεξιές αναφορές, ενώ σε ό,τι αφορά το ΠΑΣΟΚ, όταν ένα τμήμα του δεν φλερτάρει ανοιχτά με το φασισμό (Πάγκαλος, Λοβέρδος), ενορχηστρώνει μαζί με τη ΔΗΜΑΡ τον αγώνα κατά των «άκρων». Παράλληλα, οποιαδήποτε τέτοια «συμμαχία», ακόμα και αν ήταν επιθυμητή, θα επιβεβαίωνε το ψευδεπίγραφο σλόγκαν «μόνοι εναντίον όλων» που διακινούν σε όλους τους τόνους οι νεοναζί. Μια τέτοια ταύτιση με τα καθεστωτικά κόμματα δεν έχει τίποτα να προσφέρει στην Αριστερά. Αντίθετα, ανοίγει την πόρτα στην ανάδειξη της ΧΑ ως μόνης αντικαθεστωτικής δύναμης.
Ανάγονται τα παραπάνω σε μια τριτοδιεθνιστικής κοπής γραμμή «σοσιαλφασισμού»; Η απάντηση είναι και πάλι αρνητική. Κατ΄ αρχάς μια τέτοια αναλογία παραβλέπει σημαντικές διαφορές, και ως προς τον πολιτικό χαρακτήρα των πιθανών συμμάχων (το να παρομοιάζει κανείς το ΠΑΣΟΚ με τη γερμανικη σοσιαλδημοκρατία του Μεσοπολέμου είναι τουλάχιστον ατυχές), όσο και ως προς τον συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων (σε γενικές γραμμές, η δύναμη των σοσιαλδημοκρατών και η γείωσή τους στην εργατική τάξη στην Δ. Ευρώπη ήταν πολλαπλάσια αυτής των κομμουνιστών) [2]. Επιπλέον, η παραπάνω πρόταση δεν εξισώνει τις πολιτικές δυνάμεις όλου του αστικού φάσματος ως προς την επικινδυνότητά τους. Διαθέτοντας την ιστορική εμπειρία του ναζισμού, γνωρίζουμε ότι αυτός δεν είναι μια οποιαδήποτε αστική διαχείριση. Παρόλα αυτά, στην παρούσα διάταξη δυνάμεων, μια συμμαχία με τις φθαρμένες πολιτικές δυνάμεις το μόνο που εξασφαλίζει είναι η απαξίωση της Αριστεράς, η οποία όντως μπορεί να ανοίξει το δρόμο για αυταρχικές λογικές διαχείρισης του καπιταλισμού.

Σημαίνει αυτό πως δεν μας αφορά το να μην βγάλει η ΧΑ αντιπρόεδρο στη Βουλή ή το να σταματήσει η προκλητική ανοχή της ΕΛΑΣ απέναντι στα εγκλήματα της οργάνωσης; Φυσικά και όχι. Τόσο γενικώς, όσο και με δεδομένη την ειδική συνθήκη ο ΣΥΡΙΖΑ να βρίσκεται στην αξιωματική αντιπολίτευση, ο θεσμικός αγώνας είναι εφικτός, και προβάλλει μάλιστα αξιώσεις αποτελεσματικότητας χάρη στην έκταση της πιθανής μας παρέμβασης. Τέτοιες πρωτοβουλίες είναι καλοδεχούμενες, στο βαθμό αφενός που ηγεμονεύονται από την Αριστερά (και όχι από μια γενικόλογη επίκληση του κράτους που «πρέπει να κανει τη δουλειά του»), και στο βαθμό, αφετέρου, που δεν μας εγκλωβίζουν σε ένα κοινό πλαίσιο αναφοράς με όσους δεν έχουμε τίποτα κοινό. Αυτό που έχει μια σημασία είναι πως, το να αφήνει κανείς στο κράτος την πάταξη του παρακράτους έχει υπαρκτά, αλλά κοντά ποδάρια.


Καλωσήλθατε στην έρημο του Πολιτικού
   

Μετεκλογικά, η ΧΑ φαίνεται πως ακολουθεί μια επί της ουσίας διαφορετική τακτική από αυτήν που ακολουθούσε μέχρι πρότινος. Οι ρατσιστικές επιθέσεις δεν έχουν σταματήσει, όμως οι αυτουργοί τους στρέφονται παράλληλα σε δράσεις ελληνοπρεπούς κοινωνικής (φυλετικής δηλαδή) αλληλεγγύης, μοιράζοντας τρόφιμα και αίμα μόνο σε Έλληνες. Παραδόξως, θεωρώ την εξέλιξη αυτή μάλλον ευχάριστη. Ομολογουμένως, μπορεί να ανοίξει το δρόμο για τη σύνδεση της ΧΑ με λαϊκές μάζες. Αυτό όμως έχει μια απαραίτητη προυπόθεση: η Αριστερά να μην κάνει σωστά όσα της αναλογούν.

Αυτή η μάχη θα δοθεί υπό έναν ορισμένο συσχετισμό δυνάμεων. Εάν απομονώσουμε το συσχετισμό αριστεράς-ναζισμού, ομολογουμένως ξεκινάμε από συντριπτικά καλύτερη βάση. Έχω συναίσθηση οτι απλοποιώ σε σημαντικό βαθμό (είναι απαραίτητο, δηλαδή, να λάβουμε υπόψη τον συνολικό συσχετισμό για να έχουμε πλήρη εικόνα). Είναι ωστόσο μέγιστο λάθος να αντιμετωπίσουμε την ΧΑ ωσάν τα ποσοστά μας να ήταν αντίστροφα κατανεμημένα: αυτή θα ήταν η η πιο βέβαιη οδός να αντιστραφούν.
Οπότε; Στην τελευταία Λεύγα παρατίθεται ένα εξαιρετικά βοηθητικό κείμενο του Γκαίμπελς, με τον οποίο ο μεγάλος προπαγανδιστής απευθύνεται στον «φίλο» του, μέλος του γερμανικού ΚΚ: «Βεβαίως συμφωνούμε πως οι γερμανοί εργάτες είναι εξαθλιωμένοι και πρέπει να κάνουν κάτι άμεσα για να ζήσουν καλύτερα», του λέει χοντρικά. «Μέχρι εδώ συμφωνούμε», τελειώνει το απόσπασμα. Υποθέτω ότι στη συνέχεια παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους, αυτό που λένε οι ναζί είναι πιο αποτελεσματικό για να επιτευχθεί αυτός ο λογικότατος και κοινός στόχος. Η ηγεμονία έχει δομηθεί, και μάλιστα με συντριπτικούς όρους.

Ας πάμε τώρα λίγο στο σήμερα. Η ΧΑ μοιράζει ελληνικό αίμα, αλλά δεν λέει τίποτα για τις δεκάδες χιλιάδες νοσοκομειακές κλίνες που καταργούνται. Μιλάει για ελληνοπρεπή παντοπωλεία, αλλά δεν μας απαντά στο πώς θα αυξηθούν πάλι οι μισθοί. Αντιλαμβάνομαι απολύτως γιατί το πρώτο σκέλος είναι πιο σοκαριστικό, αλλά θεωρώ πως το δεύτερο είναι που αποτελεί το αδύναμο σημείο τους. Ας τους ρωτήσουμε μειλίχια γι αυτό. Η αδυναμία τους να δώσουν πειστική απάντηση, θα είναι πιο πειστική από όλες τις επικλήσεις του Αουσβιτς μαζεμένες. Με διαφορετική διατύπωση, το αν η ΝΔ και η ΧΑ είναι «αδελφά κόμματα» δεν πρέπει να χρησιμοποιείται πρωτίστως σαν επιχείρημα ενάντια στην ΝΔ, αλλά ενάντια στην ΧΑ.

Ισχυρίζονται εν πολλοίς πως αν η ψήφος στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό διαρθρώνεται πια περισσότερο με κοινωνικούς παρά με ιδεολογικούς όρους, έχουμε καθήκον να διαρρήξουμε ακριβώς αυτή τη σχέση ανάμεσα στην ΧΑ και τους ψηφοφόρους/υποστηρικτές της. Στο βαθμό που το «αντι-μνημονιακό» μπλοκ στη φάση αυτή σαφώς ηγεμονεύεται από την Αριστερά, έχουμε τη δυνανότητα να διεμβολίσουμε απολύτως οποιονδήποτε άλλο διεκδικεί το χώρο μας. Η αντιπολιτική ρητορική της ΧΑ θα σκοντάφτει πλέον στο γεγονός ότι και η ίδια είναι κοινοβουλευτική δύναμη. Το επιχείρημά τους δεν διαλυεται μεν, αλλά διανοίγονται ρωγμές.

Αντιλαμβάνομαι πως όλοι και όλες μας νιώθουμε άβολα μ΄ αυτή την υποτιθέμενη και εν πολλοίς επιφανειακή γειτνίαση. Όμως η πολιτική σε καιρούς κρίσης (πρέπει να) είναι αμείλικτη. Το να μιλήσουμε στον κόσμο της ΧΑ με όρους ενσωμάτωσης-καταγγελίας είναι κάτι στο οποίο δεν είμαστε συνηθισμένοι. Απλά, αν το να λεηλατεί η ακροδεξιά την Αριστερά δεν είναι νομοτέλεια, και μάλιστα μονής κατεύθυνσης, τίθεται το ερώτημα συκγρότησης μιας τέτοια ηγεμονίας που θα λεηλατήσει οτιδήποτε άλλο θέλει να προβάλει τον εαυτό του ως αντι-συστημικό.


Βάζοντας άνω τελεία

Όπως έλεγε πρόσφατα ένας σύντροφος, η όλη στάση μας απέναντι στον φασισμό ηγεμονεύεται συντριπτικά από τις ήττες μας. Οι συζητήσεις για το πώς η κρίση θα οδηγήσει στον φασισμό «όπως την προηγούμενη φορά» (οπότε μόνο δυο χώρες ανέπτυξαν μαζικό φασιστικό κίνημα), και εν συνεχεία σε γενικευμένο πόλεμο «όπως την προηγούμενη φορά» (λες και δεν χρειάστηκε να συντρέξουν ειδικές συνθήκες, λες και οι αστικές τάξεις δεν μάθαν μετά το 1945 πως όταν δίνεις στους λαούς όπλα, είναι δύσκολο να τους τα πάρεις πίσω), είναι οικείες σε όλους μας. Το μύθευμα [3] περί συντριπτικής διείσδυσης του ναζισμού στην εργατική τάξη είναι επίσης γνωστό.
Στην Ελλάδα του 2012, μια νίκη του νεοναζισμού περνάει ευθέως μέσα από μια δικιά μας ήττα, την οποία έχουμε κάθε λόγο να αποφύγουμε. Από την άλλη, στον βαθμό που η δικιά μας νίκη εξαρτάται (και) απ΄ το πόσο συντριπτικά θα νικήσουμε τον ναζισμό, εκτιμώ πως η απομάκρυνση από την ηθικολογία, τα μαθήματα ιστορίας και την πτωματολογία, η minimum επίκληση του κράτους, η αποφυγή ταύτισης με «συνταγματικά», δηλαδή εν πολλοίς και για πολλούς καθεστωτικά τόξα, και η συγκρότηση ενός τέτοιου ηγεμονικού λόγου και μιας τέτοιας ηγεμονικής πρακτικής, που δεν θα αφήνουν κανένα περιθώριο αμφιβολίας για το ποιος είναι αυτός ο πολιτικός χώρος που έχει τη θέληση και την ισχύ να βγάλει τις υποτελείς τάξεις από την κρίση, είναι ο δρόμος προς τη νίκη.

Παίζουμε, έτσι, με την φωτιά; Βεβαίως. Αλλά σε μια εποχή που η άλλη εναλλακτική είναι να περιμένεις να κατακαείς, αυτή είναι η ευχάριστη εκδοχή.
------------------------------

[1] Νίκος Αλιβιζάτος, Mετανάστες: «συνταγματικό τόξο» για την Ελλάδα, Καθημερινή, 3.1.2010 
[2] Για μια τεμηριωμένη ανάλυση του θέματος βλέπε: Γιώργος Αλεξάτος, Η σοσιαλδημοκρατία αντιμέτωπη με τον φασισμό. Η εμπειρία του Μεσοπολέμου, Εκτός Γραμμής, 16.6.2012 

[3] Για μια αποδόμηση αυτής της κοινής αντίληψης: Dies brumalis, Η ταξική φύση του ναζιστικού κόμματος, Aristero blog, 1.7.2012 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου