Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

"...θα ήταν νόστιμο να τρομάξω ένα συμβολαιογράφο μ’ έναν κομμένο κρίνο"

WALKING AROUND  (Πάμπλο Νερούδα)

Συμβαίνει πως κουράζομαι να ‘μαι άνθρωπος.
Συμβαίνει πως μπαίνω σε ραφτάδικα και σινεμάδες
μαραμένος, αδιαπέραστος, σαν ένας κύκνος από τσόχα
πλέοντας σ’ ένα νερό από καταγωγή και στάχτη.
Η οσμή από τα κομμωτήρια με κάνει να κλαίω με κραυγές.
Μονάχα θέλω μια ξεκούραση από πέτρες ή από μαλλί,
μονάχα θέλω να μη βλέπω καταστήματα και κήπους,
ούτε εμπορικά, διόπτρες, κι ασανσέρ.
Συμβαίνει πως κουράζομαι απ’ τα πόδια και τα νύχια μου
κι απ’ τα μαλλιά και τη σκιά μου.
Συμβαίνει πως κουράζομαι να ‘μαι άνθρωπος.
Όμως θα ήταν νόστιμο
να τρομάξω ένα συμβολαιογράφο μ’ έναν κομμένο κρίνο
ή θάνατο να δώσω σ’ ένα μοναχό μ’ ένα χτύπημα του αυτιού.
Θα ‘ταν ωραίο
να πηγαίνω στους δρόμους μ’ ένα μαχαίρι πράσινο
και βγάζοντας κραυγές ως να πεθάνω από το κρύο.
Δεν θέλω άλλο να ‘μαι ρίζα μες στις καταχνιές,
αβέβαιος, απλωμένος, τρέμοντας από όνειρο,
προς τα κάτω, στα μουσκεμένα έντερα της γης,
απορροφημένος, σκεπτικός, τρώγοντας κάθε μέρα.
Δεν θέλω για μένα τόσες δυστυχίες.
Δεν θέλω να συνεχίσω από ρίζα κι από τάφο,
από υπόγειο μόνος, από κελάρι με νεκρούς,
κοκαλωμένος, να πεθαίνω από πόνο.
Γι αυτό η Δευτέρα καίγεται σαν το πετρέλαιο
όταν με βλέπει να ‘ρχομαι με πρόσωπο από φυλακή,
κι ουρλιάζει στο πέρασμά της σαν μια ρόδα πληγωμένη,
και κάνει βήματα από ζεστό αίμα προς τη νύχτα.
Και με σπρώχνει σε κάποιες γωνιές, σε κάποια υγρά σπίτια,
σε νοσοκομεία όπου τα οστά βγαίνουν στο παράθυρο,
σε κάποια παπουτσάδικα με οσμή από ξύδι,
σε δρόμους φοβερούς σαν ουλές.
Υπάρχουνε πουλιά σε χρώμα από θειάφι και τρομεροί απροορισμοί
κρεμασμένοι από τις πόρτες των σπιτιών που μισώ,
υπάρχουν οδοντοστοιχίες ξεχασμένες σε μια καφετιέρα,
υπάρχουνε καθρέφτες
που θα ‘πρεπε να κλαίγανε από ντροπή και φόβο,
υπάρχουνε ομπρέλες σ’ όλα τα μέρη, και δηλητήρια, κι υποχρεώσεις.
Εγώ περνάω με ηρεμία, με μάτια, με παπούτσια,
με μανία, με λησμονιά,
περνάω, διασχίζοντας γραφεία και μαγαζιά ορθοπεδικής,
και αυλές όπου υπάρχουν ρούχα κρεμασμένα απόνα σύρμα:
σώβρακα, πετσέτες και πουκάμισα που κλαίνε
αργά βρώμικα δάκρυα.
Μετάφραση: Βασίλης Λαλιώτης (ο ίδιος έγραψε και το παρακάτω κείμενο):

"Μια από τις δραστικότερες ως προς τη διάρκεια συλλογές του Νερούδα είναι και η αμετάφραστη στα ελληνικά “Παραμονή στη γη”. Από εκεί και αυτό το ποίημα το πιο φημισμένο. Ο Νερούδα έχει εκδόσει τα Είκοσι Ερωτικά αλλά μετέωρος βιοποριστικά, μετά την άρνηση της Αλμπερτίνας Ασόκαρ να τον παντρευτεί, φεύγει πρόξενος στη Μπατάβια. Στα χρόνια που μένει εκεί περνάει τη μεγαλύτερη ίσως κρίση στη ζωή του. Αντιμετράει ως τις πιο σκοτεινές του ρίζες την ίδια του τη δυνατότητα να είναι ποιητής. Το προϊόν είναι αυτό το βιβλίο κι ένα από τα πιο αντιπροσωπευτικά ποιήματα του κλίματός του είναι και το συγκεκριμένο. Το βιβλίο μας δίνει μια εικόνα του Νερούδα που δεν έχει καμία σχέση με την γνωστή στην Ελλάδα ποίησή του."
 

7 σχόλια:

  1. καλησπέρα!
    Πάνος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. @ KOSTA PAP
    Με παρόμοιες ομορφιές είναι γεμάτο το blog σου.
    Να είσαι καλά!

    @ Πάνο
    Κινδυνεύεις να χαρακτηριστείς απογευματινός επισκέπτης...
    12:22 π.μ. ;;
    Κανονικό απόγευμα για σένα. Σωστό το καλησπέρα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Στη νύχτα μέσα την υγρή
    τρεμουλιάζει το ρούχο μου ραμμένο με τα ρίγη
    των φιλιών και φορτισμένο ξέφρενα με ηλεκτρικές εκκενώσεις,
    με ηρωικά δε εξάμετρα διαμερισμένο σε ενύπνια
    και σε μεθυστικά τριαντάφυλλα που ανοίγουν μέσα μου.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Καλωσόρισες Zannet και σε ευχαριστούμε για το δωράκι.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Αν σου πω ότι το χειμώνα έλεγα πως και αυτός ο καλώδιος δεν έχει βάλει ένα του Νερούδα, ελπίζω να με πιστέψεις.
    Αν συνεχίσεις με Νερούδα έχω και προτάσεις. -))
    Άννα

    ΑπάντησηΔιαγραφή