Παρασκευή 25 Μαΐου 2012

Μας εκβιάζει η Ιστορία να ενηλικιωθούμε, βιαίως.

το πεπρωμένο....


κείμενο του Χριστόφορου Παπαδόπουλου από το το Rednotebook.

Μας εκβιάζει η Ιστορία να ενηλικιωθούμε, βιαίως. Δεν μας επιτρέπει τη μετεφηβική ανεμελιά και μάλιστα μετά από ένα σπουδαίο γεγονός. Φταίμε και εμείς, που χρησιμοποιήσαμε επιτυχώς τα εργαλεία των μεγάλων. Των μεγάλων αφηγήσεων και των μεγάλων παραδόσεων. Την αισιοδοξία της βούλησης και το αδήριτο του πολιτικού χρόνου. Ίσως ποτέ άλλοτε ο ΣΥΡΙΖΑ να μη συμπύκνωσε την πολιτική στρατηγική του τόσο άρτια και τόσο πυκνά, όσο σε ένα σύνθημα: Αν όχι τώρα πότε; Αν όχι εμείς ποιοι;

Άρτια, αλλά εκβιαστικά - τόσο προς εμάς, όσο και προς τους άλλους της Αριστεράς. Πυκνά, με την έννοια της ιστορικής περιόδου που δεν έληξε στις 6 Μάη και δεν θα λήξει στις 17 Ιούνη• για περίοδο μιλάμε και όχι για στιγμή, όσο σπουδαία και αν αποδειχτεί αυτή στην εξέλιξή της.

Δεν ισχυρίζομαι ότι το αποτέλεσμα ήταν θαυμάσιο εξ αιτίας μιας επιτυχημένης εκλογικής καμπάνιας, όσο πολύτιμη και επιτυχημένη και αν ήταν. Οι εκλογές είναι μια φωτογραφία της στιγμής για όσα έχουν διαδραματισθεί σε προηγούμενο χρόνο. Ενδεχομένως, η μαεστρία να βρίσκεται στο πώς να συμπυκνώσεις το πολιτικό σε αδρές γραμμές και στο πώς να υπενθυμίσεις όλα εκείνα που έκανες προηγουμένως. Και ήταν πολλά και επαρκή• δεν αναφέρομαι μόνο στην κεντρική πολιτική σκηνή, στην αδιάλλακτη αντιπολίτευση στο Μνημόνιο, στο δημοκρατικό έλλειμμα και στο κράτος έκτακτης ανάγκης, αλλά και στην ιδιαίτερη προσήλωση στο κοινωνικό. Στους δρόμους και τις πλατείες, στις πρωτοβουλίες κοινωνικής αλληλεγγύης και στην πλατιά αγωνιστική ενότητα που έβρισκε το πολιτικό ισοδύναμο στην ενότητα της Αριστεράς και την αιχμή στην πρόταση για κυβέρνηση της Αριστεράς.

Το αποτέλεσμα αυτής της συμπύκνωσης δεν καταγράφεται μόνο στα ποσοστά. Εγγράφεται κυρίως στη σύνθεση της εκλογικής προτίμησης: πρωτιά στους άνεργους, τους νέους, τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα. Εγκατάσταση του ΣΥΡΙΖΑ ως πλειοψηφικό ρεύμα στις λαϊκές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, όπως και στα αστικά κέντρα στην περιφέρεια. Πρόκειται για ένα κοινωνικό ρεύμα με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά, που αποδείχτηκε «ατρόμητο» στη λυσσαλέα επίθεση του αστικού μπλοκ, εντός και εκτός –και μολονότι αυτό το τελευταίο συνεπικουρείται από την «εκλογικίστικη» συμπαιγνία της ΔΗΜΑΡ και του ΚΚΕ. Το ρεύμα αυτό είναι που ορίζει το πεδίο της αντιπαράθεσης και τις προτεραιότητες, τόσο κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, όσο και αμέσως μετά. Είτε με κυβέρνηση της Αριστεράς, είτε ως (μεγάλη) πολιτική και κοινωνική αντιπολίτευση.

Αν η ανάγνωση του κοινωνικού αυτού ρεύματος είναι σωστή θα φανεί στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ως τότε, ο πολιτικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ δεν χρειάζεται δάνεια από την «εθνική αφήγηση» ή από το «ιστορικό» ΠΑΣΟΚ. Για την εκλογική ατζέντα επαρκούν το κοινωνικό ζήτημα και η ένταξη του πολιτικού σχεδίου στο ευρωπαϊκό και διεθνές γίγνεσθαι. Η μάχη, εξάλλου, δεν αφορά μόνο το πολιτικό ή αποκλειστικά το κοινωνικό επίπεδο: είναι την ίδια στιγμή μια μάχη, ένας πόλεμος, στο πεδίο των ιδεών και των αξιών, στο ιδεολογικό επίπεδο. Κι εδώ οι συσχετισμοί δεν είναι με το μέρος μας - αντιθέτως… Τα όπλα του αντιπάλου δεν είναι λάφυρα για υφαρπαγή: μπορεί να γίνουν οι αυριανές χειροπέδες σου. Με άλλα λόγια, την ίδια στιγμή που οξύνεις την πολιτική αντιπαράθεση και που εργάζεσαι στο προγραμματικό επίπεδο --όχι μόνο για την εμβάθυνση του προγράμματος των μετασχηματισμών, αλλά και των άμεσων μεταβατικών μέτρων ενός κυβερνητικού προγράμματος της Αριστεράς, εν μέσω παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης και εθνικής κοινωνικής καταστροφής--, την ίδια στιγμή πρέπει να επινοείς τη δικιά σου γλώσσα για το είναι και το δέον.

Δεν μας χρειάζονται αυτή τη στιγμή οι προσωπικές αφηγήσεις, οι «ρεαλιστές» και οι «ουτοπικοί», τα ελαφρά επιχειρήματα και η επινόηση νέων όρων. Ας μείνουμε σταθεροί στα συμφωνηθέντα. Αυτά, εξάλλου, περιγράφουν με μετριοπάθεια, ακρίβεια και επάρκεια ένα άμεσο, μεταβατικό πρόγραμμα ανακούφισης των λαϊκών στρωμάτων. Σε μια κατεστραμμένη οικονομία και σε μια εξαθλιωμένη κοινωνία, ξεκινάς από τα βασικά: την επαναφορά, στα προηγούμενα επίπεδα, του κατώτερου μισθού και του επιδόματος ανεργίας, τη μη μείωση των μισθών και των συντάξεων, την κατάργηση του χαρατσιού, την αναζήτηση εργαλείων οικονομικής πολιτικής όπως η υπαγωγή των τραπεζών σε δημόσιο έλεγχο. Προσπαθείς να μην καταρρεύσουν τα νοσοκομεία και η παιδεία, να αποκατασταθεί η αγορά εργασίας και οι εργασιακές σχέσεις (μετενέργεια), και βέβαια, προσπαθείς να δώσεις λύσεις στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά.

Γνωρίζουμε ότι, ακόμα και έτσι, τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ως κοινωνία έχουμε ελλείμματα - όχι μόνο στο επίπεδο των αξιών, στην απαξίωση των δημόσιων υπηρεσιών και την υποτίμηση των δημόσιων αγαθών, αλλά και στους κοινωνικούς θεσμούς και την αυτοοργάνωση της κοινωνίας. Στα εικοσιπέντε χρόνια νεοφιλελευθερισμού απαξιώθηκε, δυσφημίστηκε, γραφειοκρατικοποιήθηκε και εκμαυλίστηκε κάθε μορφή συλλογικής κοινωνικής οργάνωσης: συνδικάτα, συνεταιρισμοί, τοπική αυτοδιοίκηση, κόμματα, ακόμα και οι πολιτιστικοί όμιλοι. Σήμερα, λοιπόν, πρέπει να ξεκινήσεις από την αρχή. Με αφετηρία τις πλατείες, τις κοινωνικές πρωτοβουλίες και ένα νέο συνδικαλισμό που αναδύεται στις εργατικές αντιστάσεις.


Υστερόγραφο: οι παραπάνω σκέψεις συνομιλούν ευθέως με εκείνες των Νίκου Γιαννόπουλου, Νάσου Ηλιόπουλου και Ηλία Ιωακείμογλου, τα κείμενα των οποίων είναι αναρτημένα στο
 Rednotebook.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου