Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010

το ελληνικό "i don't like Mondays"

είναι ένας ύμνος στα σαββατόβραδα, με τη φωνή του Στελλάρα...

H ιστορία που γέννησε το βαρβαρόφωνο άσμα "i don't like Mondays" είναι λίγο πολύ γνωστή.  

Μια Δευτέρα του Γενάρη στα 1978, ο 16χρονος τότε Brenda Ann Spencer  άρχισε να πυροβολεί αδικαιολόγητα και αδιάκριτα σ' ένα πανεπιστήμιο της  Georgia. Δύο νεκροί και εννέα τραυματίες ήταν το αποτέλεσμα του κατορθώματός του  που μάλλον εγκαινίασε  το σπορ της σκοποβολής σε ανθρώπινους στόχους στα πανεπιστήμια της Αμερικής. 
Έμεινε όμως στην ιστορία με το κομμάτι του Bob Geldof και κυρίως με τη μνημειώδη απάντηση που έδωσε στα γιατί των αστυνομικών: "I don't like Mondays; this livens up the day." 

Βάρβαρες συνήθειες βαρβάρων λαών...

Εδώ ως γνωστόν είμαστε διαφορετικοί. Πρώτα απ' όλα κανείς ποτέ δεν σκότωσε απλά επειδή ήταν Δευτέρα-υπήρχε πάντα ένας σοβαρότερος λόγος. Ύστερα όλες αυτές τις δύσκολες Δευτέρες που ακολουθούν τις μέρες σχόλης, όπως σήμερα, φροντίζουμε να μη συνωστιζόμαστε μιας και ο καθένας μας έχει τη δική του Δευτέρα επαναφοράς στη καθημερινότητα. Φυσικά και τα τραγούδια μας δεν έχουν καμιά σχέση με το ξενέρωτο βαρβαρικό κομμάτι του τίτλου. Γράφουν ιστορία για άλλους λόγους.

Ένα τέτοιο είναι το "σαββατόβραδο" , από το δίσκο του 1961 "πολιτεία", σε ποίηση Τάσου Λειβαδίτη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, που είχε επιπλέον την τύχη να το τραγουδήσει η μεγαλύτερη εγχώρια φωνή: Ο Στέλιος Καζαντζίδης. Στο βίντεο είναι μια εκτός προγράμματος εκτέλεση του Στέλιου με το Μίκη, στο περιθώριο της εκπομπής του Θανάση Λάλα "η φάρμα των ανθρώπων" για την κρατική τηλεόραση. Ένας τεχνικός (ας είναι καλά ο άνθρωπος) κράτησε "on" την κάμερα και έτσι καταγράφηκε αυτή τη μοναδική στιγμή. Η πρώτη εκτέλεση είναι εδώ, ενώ εδώ είναι ηχογραφημένη η εκτέλεση του 1961 στο θέατρο ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ, με διεύθυνση της ορχήστρας της ΕΡΤ από το Μίκη και δεύτερη φωνή τη Μαρινέλλα. 

Στίχοι: Τάσος Λειβαδίτης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Στέλιος Καζαντζίδης


Μοσχοβολούν οι γειτονιές
βασιλικό κι ασβέστη,
παίζουν τον έρωτα κρυφά
στις μάντρες τα παιδιά.

Σαββάτο βράδυ μου έμορφο
ίδιο Χριστός Ανέστη,
ένα τραγούδι του Τσιτσάνη
κλαίει κάπου μακριά.

Πάει κι απόψε τ' όμορφο
τ' όμορφο τ' απόβραδο,
από Δευτέρα πάλι
πίκρα και σκοτάδι.
Αχ, να 'ταν η ζωή μας
Σαββατόβραδο
κι ο Χάρος να 'ρχονταν
μια Κυριακή το βράδυ.

Οι άντρες σχολάν' απ' τη δουλειά
και το βαρύ καημό τους
να θάψουν κατεβαίνουνε
στο υπόγειο καπηλειό.

Και το φεγγάρι ντύνει, λες,
με τ' άσπρο νυφικό του
τις κοπελιές που πλένονται
στο φτωχοπλυσταριό.

Πάει κι απόψε τ' όμορφο
τ' όμορφο τ' απόβραδο,



Αυτός ήταν ο Στελλάρας!
Επιτρέψτε μου την υπερβολή γιατί πρόκειται για ένα άνθρωπο που κατά τη γνώμη μου δεν απόλαυσε (εν ζωή τουλάχιστον) την αναγνώριση που του έπρεπε από "έντεχνους", διανοούμενους και λοιπούς. Η αριστερά επίσης κράτησε αποστάσεις από  το "φαινόμενο Καζαντζίδης" μόλο που η αγάπη των λαϊκών στρωμάτων προς αυτόν έφτασε στα όρια της προσωπολατρίας. Μια άλλη φορά ίσως γράψω περισσότερα γι όλα αυτά. Προς το παρόν βάζω ένα κείμενο του Διονύση Χαριτόπουλου για τη σχέση της αριστεράς και της διανόησης με τον Καζαντζίδη, που δημοσιεύτηκε στα "Νέα".

"Γεννήθηκε με το παράπονο. Ούτε η επιτυχία και τα χρήματα που ήρθαν ούτε η λατρεία των θαυμαστών του κατόρθωσαν να τον παρηγορήσουν.
Η κοντόφθαλμη αριστερά δεν είδε πως ήταν το πιο ατόφιο, δικό της παιδί· οι διανοούμενοι περιφρονούσαν και απέρριπταν τα τραγούδια του. Δεν κατάλαβαν ότι ο Στέλιος Καζαντζίδης δεν ήταν απλώς ο κορυφαίος Έλληνας τραγουδιστής, αλλά ένα κοινωνικό φαινόμενο.
Τις δεκαετίες '50-'60 οι Έλληνες ζούσαν υπό τραγικές συνθήκες· η οικονομική εξαθλίωση, η αναγκαστική μετανάστευση, η αδικία, τα βάσανα και οι κοινωνικοί αποκλεισμοί είχαν κάνει τη ζωή τους απελπισία.
Η άρχουσα τάξη της χώρας προσέβλεπε στη Δύση και περιφρονούσε έως εξοστρακισμού κάθε στοιχείο λαϊκής έκφρασης που δεν είχε το δυτικό του αντίστοιχο. Το ρεμπέτικο τραγούδι είχε σβήσει μέσα στις περιθωριακές ομάδες που εκπροσωπούσε, και στο κρατικό ραδιόφωνο και στα κοσμικά κέντρα της εποχής έπαιζαν δυτικότροπα ελαφρά τραγούδια, μάμπο, τσατσά και ρούμπες.
Τότε ακούστηκε ο Στέλιος.
Μια κρυστάλλινη, αρρενωπή φωνή με κύρος πέρναγε πάνω από τις στέγες των φτωχόσπιτων και συναντούσε τους ανθρώπους στους δρόμους, στα καφενεία, στις ταβέρνες, στις αυλές των σπιτιών· έμπαινε από τις ανοιχτές πόρτες στα δωμάτια που έμεναν ολόκληρες οικογένειες και τους έκανε να σωπάσουν συλλογισμένοι. Ήταν μια φωνή που τραγουδούσε τα δικά τους βάσανα, τα ανύψωνε σε δραματικές σφαίρες, και σε ορισμένες περιπτώσεις τούς προσέδιδε διαστάσεις έπους.
Τα τραγούδια του Στέλιου είναι ένα μεγάλης ακρίβειας ρεπορτάζ των παθών και των αισθημάτων του ελληνικού λαού. Πήρε πάνω του όλο το ψυχικό φορτίο για τη φτώχεια, την εγκατάλειψη, τον ξεριζωμό και το χαμένο όνειρο. Αλλά δεν έγινε απλώς ένας χαρισματικός διαμεσολαβητής μεταξύ κάποιου συνθέτη και των ακροατών στα μαύρα χρόνια.
Ήταν ο ίδιος απαρηγόρητος.
Η υπόδειξη του Γκράμσι στους ηγέτες της εργατικής τάξης να προσπαθήσουν να περάσουν από το κατανοώ» στο «αισθάνομαι» για τον Καζαντζίδη ήταν περιττή. Η φωνή του και ο τρόπος της αποκάλυπταν την καταγωγή του και τα δικά του προσωπικά βάσανα. Αισθανόταν ώς τα μύχια της ψυχής του αυτά που τραγουδούσε. Έφερε τη βαριά δωρεά της ταυτοπροσωπίας με το έργο του. Πόναγε αφόρητα με τα τραγούδια του· ορισμένες φορές έκλαιγε την ώρα της ηχογράφησης στο στούντιο. Κι αν ο ίδιος ελέγχει για κάτι τον εαυτό του, είναι για τις ελάχιστες στιγμές που χάρηκε· αυτός ο άνθρωπος με το πένθος ζωής εξομολογείται πως δεν έπρεπε να πει το «Σήκω χόρεψε, κουκλί μου»· δεν του ταίριαζε. «
Ο Στέλιος ήταν μια ψυχή που κλαίει.
Οι αναίσθητοι τον χλεύασαν πως κλαψουρίζει· το κλάμα όμως δεν είναι κακό, λυτρωτικό είναι. Η φωνή του ήταν μια αδελφική αγκαλιά να τρυπώσεις και να   παραπονεθείς. Και οι ανυποψίαστοι που ζήσανε προστατευμένοι και κόπτονται υπέρ μιας πολυπολιτισμικότητας (την οποία εννοούν ως πλήρη εκδυτικισμό) τον κατηγόρησαν για ορισμένα αραβοϊνδόπνευστα τραγούδια· ενώ τα παιδιά των καλών σχολείων μπορούν να άδουν εν χορώ τα άνοστα «Frere Jacques», «Jingle Bells», «Der Lindenbaum» και μαντράχαλοι ακόμη να εύχονται τραγουδιστά «Happy Birthday».
Ο Στέλιος ήταν ανδροπρεπής, ευγενικός και βαθιά μελαγχολικός. Η φωνή του και ο τρόπος της ήταν ένα υψηλής αισθητικής άκουσμα· έφεραν το ήθος και το ύφος της Ανατολής με σπάνιας διαύγειας άρθρωση των φωνηέντων· ιδίως το παραπονεμένο «ααα» του ήταν άκουσμα μοναδικής συγκίνησης και ομορφιάς.
Ο αρρενωπός λυγμός του Στέλιου ήταν ο λυγμός ενός ολόκληρου λαού· μιας χώρας που αιμορραγούσε. Ο βρετανικός «Γκάρντιαν» το κατέγραψε:
«Ένα από τα βασικότερα χαρακτηριστικά της φωνής του Καζαντζίδη, που του επέτρεψε να περάσει στους ακροατές του τον πόνο της προδοσίας και του αποχωρισμού, είναι η άρθρωση του φωνήεντος α". Δεν έμοιαζε με τον τρόπο που το αρθρώνουν οι τραγουδιστές της όπερας, που επιδεικνύουν τις φωνητικές τους ικανότητες και το πιάνουν πολύ ψηλά. Αντίθετα, ακουγόταν σαν παιδικός λυγμός που έβγαινε μέσα από την καρδιά». "
Η πραγματικότητα είναι πως το ευρύ λαϊκό κοινό που φιλοδόξησαν να κερδίσουν οι συνθέτες του έντεχνου τραγουδιού ανήκει στον Καζαντζίδη και στα πάνω από 3.000 περιφρονημένα τραγούδια του.
Οι Έλληνες άκουγαν Θεοδωράκη και Χατζιδάκι, μα τραγουδούσαν Καζαντζίδη. Στη γιορτή, στον πόνο, στο αυτοσχέδιο γλέντι, στο μεράκι, στο ερωτικό βάσανο θέλανε τα «δικά τους» τραγούδια. Ακόμη και σήμερα άλλα παίζει η τηλεόραση και το ραδιόφωνο και άλλα τραγουδάει ο κόσμος.
Η μυθική «Μαντουμπάλα» ακουγόταν παντού και ήταν επί 10 χρόνια πρώτη σε πωλήσεις· εκτοπίστηκε από την κορυφή μόνο από ένα άλλο δικό του τραγούδι. Οι απλοί άνθρωποι βαφτίζανε τα παιδιά τους Στέλιο και ορκίζονταν στη φωτογραφία του. Σταμάταγε το τρένο και κατέβαιναν ο οδηγός κι οι επιβάτες για να τον ακούσουν. Μόνο η Ουμ Καλσούμ στο Κάιρο και η Φεϊρούζ στον Λίβανο προκαλούσαν ανάλογα και ακόμη μεγαλύτερης έντασης γεγονότα.
Ο Στέλιος δεν υπήρξε ποτέ απόμακρο είδωλο ούτε ο ρεμπέτης που κανείς δεν ξέρει από πού κρατάει η σκούφια του. Οι πάντες ήξεραν τα πάντα γι' αυτόν· η ζωή του ήταν ανοιχτό βιβλίο, όπως η ζωή του γείτονα: παιδί προσφύγων, ορφανό από πατέρα, αφοσιωμένος γιος και με λαϊκή γυναίκα ορατή σε όλους.
Η τέλεια περιφρόνησή του προς τον πλούτο και την πολυτέλεια έδωσε κουράγιο και αξιοπρέπεια στους Έλληνες να υπομείνουν τη φτώχεια τους.
Το προσφυγόπαιδο Στέλιος Καζαντζίδης είχε τραβήξει εξ αρχής μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους αδικημένους, που κατέτασσε και τον εαυτό του, και στους δυνατούς, που όριζαν τις τύχες των άλλων. Θα μπορούσε, όποτε ήθελε, να περάσει στην άλλη πλευρά, μα ποτέ δεν το διανοήθηκε. Παρέμεινε πεισματικά μαζί με τους φτωχούς και τους ανυπεράσπιστους και, όπως ο ίδιος έλεγε, «φόραγαν το ίδιο παντελόνι».
Αμφισβήτησε έντονα με τη ζωή και τα τραγούδια του το χρήμα· τη μία και μοναδική αξία ζωής που εμφανίστηκε τότε και απειλούσε τη γνησιότητα των αισθημάτων. Τα τραγούδια που διάλεγε υμνούσαν τις παραδοσιακές αξίες και τα λαϊκά ήθη· εντιμότητα, έρωτα, φιλία, πίστη και αξιοπρέπεια.
Όπως ήταν επόμενο, ηττήθηκε.
Η δύναμη του χρήματος τις επόμενες δεκαετίες παρέσυρε τα πάντα· στα μαγαζιά που δούλευε, εμφανίστηκε ένα νεόπλουτο κοινό που έσπαγε επιδεικτικά κολόνες πιάτα και θορυβούσε ξεδιάντροπα όταν εκείνος τραγουδούσε.
Τότε τράπηκε σε φυγή.
Εγκατέλειψε τα κέντρα στην ακμή της καριέρας του (1965) και παρά τις απίστευτα δελεαστικές προτάσεις δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά ενώπιον κοινού.
Τελευταία είπαν ότι η εικόνα του ράγισε στις αίθουσες των δικαστηρίων και στις τηλεοπτικές οθόνες. Πάλι δεν κατάλαβαν. Ο Στέλιος ήταν για άλλη μία φορά ο εαυτός του. Εκτέθηκε όπως εκτίθενται οι λαϊκοί άνθρωποι στους άξενους γι' αυτούς χώρους γραφείων και δικαστηρίων· που δεν έχουν τρόπους να αντιμετωπίσουν τους αεριτζήδες και τους πονηρούς.
Κι έφυγε με το παράπονο."

12 σχόλια:

  1. Αν η ανακαίνιση της πλευρικής είναι να πάρεις το Στέλιο από εκεί και να τον φέρεις στην κεντρική μιά χαρά θα είναι για το μαγαζί.
    Εδώ είμαστε λοιπόν.
    Στέλιος σκέτο!
    Κι όποιος έχει να πει να πει κακό λόγο να φύγει να πάει να τον πει αλλού.
    Στάθης

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλε καλώδιο
    υποκλίνομαι και δηλώνω ότι έχω τρυπώσει πολλές φορές στην αγκαλιά του.
    Δεν έχω λόγια.
    Στέλιος μόνο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Έχω λογαριασμό google και σε παρακολουθώ αλλά θα ήθελα να γράψω δύο λόγια ανώνυμος.
    Λείπει ο γιος μου και έτσι βούρκωνα χωρίς ενοχή, παρόλο που έχω δει το βίντεο τουλάχιστον είκοσι φορές σήμερα.
    Να είσαι καλά γι αυτό που βλέπω και ακούω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Τάσος Λειβαδίτης
    Στελάρας.
    Τι άλλο να πεις;
    Αυτό το τραγούδι είναι ύμνος για την Ελλάδα που γεννήθηκα.
    Ο Χαριτόπουλος τα λέει καλύτερα από μένα για τον Στελάρα.
    Δεν είμαι όμως σίγουρος για το ποιός έγραψε τη μουσική.Διότι θεωρώ πως μόνο τα εμβατήρια είναι του αριστερού που κοιμάται με ανοιχτές μπαλκονόπορτες.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Ελπίζω να μην θεωρηθεί βλασφημία να καταθέσω το δικό μου τραγούδι για τις Δευτέρες, που είναι ένα τραγούδι για τις Κυριακές, οι οποίες είναι Δευτέρες πριν τις Δευτέρες. Νιόνιος, βέβαια, και Θ. Παπακωνσταντίνου: http://www.youtube.com/watch?v=Gyofv0UBprY

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ακόμα μια υπόκλιση, αφού μπόρεσες να "ταιριάξεις" τον Geldof με τον Στέλιο...

    Καλή χρονιά με υγεία, χαρά και πολλές μουσικές.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Μεγάλες αλήθειες από τον Χαριτόπουλο.
    Μία λαϊκή γλώσσα που λείπει από την αριστερά σήμερα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Θα έγραφα κάτι για τους απίστευτους μουσικούς σου δρασκελισμούς αλλά μέχρι να το ετοιμάσω με πρόλαβε ο @ Run boy Run.

    Καλή χρονιά να έχουμε
    Πάνος

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Την ποιότητα της φωνής του Καζαντζίδη μπορεί να αμφισβητήσει μόνο κάποιος που δεν ακούει.

    Οι ενστάσεις αρχίζουν από κάποια τραγούδια που είπε και τελειώνουν στις διαμάχες των τελευταίων του χρόνων και κάποιες άστοχες δηλώσεις.

    Νομίζω πως το πραγματικά εξαιρετικό κείμενο του Χαριτόπουλου απαντάει πειστικά τουλάχιστον σε ό,τι αφορά εμένα. Από κει και πέρα είναι τι θεωρείς σημαντικότερο στη διαδρομή κάθε ανθρώπου. Για μένα είναι πάλι κάτι που λέει στο τέλος ο Χαριτόπουλος: "...Τότε τράπηκε σε φυγή.Εγκατέλειψε τα κέντρα στην ακμή της καριέρας του (1965) και παρά τις απίστευτα δελεαστικές προτάσεις δεν εμφανίστηκε ποτέ ξανά ενώπιον κοινού."

    Χαίρομαι που μπήκατε στον κόπο με τα σχόλιά σας να μιλήσετε για αυτόν.
    Εγώ σίγουρα κάποια στιγμή θα επανέλθω.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Άνθρωποι και ομάδες, κατά συνέπεια και λαοί έχουν κάτι το κοινό. Εγώ θα προτιμήσω να το περιγράψω έτσι, έχουν ρίζες, κορμό, κλαδιά, φύλλωμα, άνθη και καρπούς. Όσο κι αν κόψεις τους καρπούς, αν είναι τ άλλα ζωντανά και γερά θα βγάλει κι άλλους. Αν κόψεις τ άνθη θα βγάλει λιγότερους καρπούς. Αν κόψεις τα κλαδιά, χάνεις άνθη και καρπούς. Τον κορμό, το φέρνεις πολύ πίσω. Εαν όμως πειράξεις τις ρίζες του, κινδυνεύει να χαθεί για πάντα. Ο Στέλιος ανήκει σε αυτούς που έχουν ρίζες και δείχνουν τι δεν πάει καλά στο βάθος... Αυτό φυσικά είναι συνδεδεμένο με την ζωή που έκφρασή της είναι πάντα και το συναίσθημα. Χωρίς συναίσθημα, τίποτα δεν είναι αληθινό. Στους καιρούς μας υπάρχει χαρά αλλά και πόνος γιατί απειλούνται οι ρίζες των ανθρώπων και των λαών, η ανεξαρτησία τους, η ομορφιά τους, η ουσία της ίδιας τους της υπόστασης. Όλα αυτά για τα οποία πρέπει να υποφέρει και πάλι ο Έλληνας για να ξυπνήσει και να διεκδικήσει το δικαίωμα να παράγει το δικό του άνθος και το δικό του φρούτο. Έτσι που να το δούμε αυτό κι οι άλλοι και να αναζητήσουν τις ρίζες και τον καρπό τους, πράγμα που δεν βλάπτει αλλά ομορφαίνει τον κήπο της ζωής.

    Καλή λεφτεριά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή