Παρασκευή, 24 Ιουνίου 2011

αγανακτισμένες πλατείες: πέρα από την κοινοτοπία του πλήθους;

(Το κείμενο είναι του Αλέξανδρου Κιουπκιολή και το έργο του Γιάννη Γαϊτη ) 

Όταν το 2007 ανιχνεύαμε την πρώτη εμφάνιση του βιοπολιτικού «πλήθους» στην Αθήνα, με τις θερινές διαδηλώσεις κατά του ολοκαυτώματος των δασών, δεν φανταζόμασταν ότι τέσσερα χρόνια αργότερα ο λόγος περί πλήθους θα έχει γίνει καθημερινός κοινός τόπος της πολιτικής [1]. 

Το περιώνυμο πλέον «πλήθος», κατά τους Μ. Hardt, Τ. Νegri και P. Virno, δεν διαθέτει μια σαφώς προσδιορισμένη, ενιαία ταυτότητα. Συνίσταται από μια ποικιλομορφία υποκειμένων που συνέχονται κυρίως από τη συλλογική παραγωγή του «κοινού»: κοινωνικών δεσμών, συναισθημάτων, ιδεών, δράσεων. Η ανοικτότητα και περιεκτικότητα του είναι συνυφασμένες με τη δικτυακή του συνάρθρωση από ετερότητες οι οποίες αλληλεπιδρούν χαλαρά, αυτόνομα και οριζόντια μεταξύ τους, χωρίς ανισομέρειες ισχύος και a priori αποκλεισμούς. Οι νέες τεχνολογίες επικοινωνίας είναι ζωτικοί τόποι και τρόποι ύπαρξης του συλλογικού αυτού μορφώματος που αναδύθηκε από τη μεταβιομηχανική εργασία, με τη χαρακτηριστική της έμφαση στην ευελιξία, τη γνώση, την επικοινωνία και τις υπηρεσίες. 

Οι ανώνυμες πρωτοβουλίες των πολλών, με την αξιοποίηση των καινούριων επικοινωνιακών τεχνικών, στήνουν ανοικτούς δημόσιους χώρους χωρίς ενιαίο συντονισμό και καθορισμένο πρόγραμμα. Οι κοινότητες αυτές είναι πορώδεις, αυθόρμητες, μεταβλητές και δημιουργικές. Ελεύθερες από παγιωμένες εξουσιαστικές δομές, καθοδηγητές, αποκλειστικές ταυτίσεις και ιδεολογικές περιχαρακώσεις, συμπράττουν κατά τα πρότυπα του σμήνους, όπου πολλαπλοί και εναλλασσόμενοι δρώντες μετέχουν ισότιμα στη γένεση και την εξέλιξη μιας κοινής δράσης.

α. ποσοτική και ποιοτική επίταση

Διακρίνονται άξιες λόγου μετατοπίσεις στο ημεδαπό πλήθος από τον Αύγουστο του 2007 και τον Δεκέμβρη του 2008, τον δεύτερο κομβικό σταθμό στην ανάπτυξή του; Αναγνωρίζει κανείς εμφανείς ποσοτικές μεταβολές που μεταπίπτουν σε ποιοτικές. Κυρίως το 2007, και ως έναν βαθμό το 2008, κυριαρχούσε η αρνητικότητα της αντίδρασης στο παρακμάζον μετα-πολιτικό καθεστώς. Σήμερα αυτή συνυφαίνεται με μια ισχυρή διάθεση αυτεπιβεβαίωσης και θετικής αυτοδιαμόρφωσης του πλήθους ως ενεργού πολιτικού υποκειμένου που δεν αντιδρά απλώς, και δεν περιμένει τις λύσεις από το πολιτικό κατεστημένο. Αντίθετα, διατυπώνει ρητά την πίστη ότι η λύση είναι αυτό το ίδιο, διατρανώνει τη θέληση να παραμείνει στις θέσεις του και να πάρει τη συνολική κατάσταση στα χέρια του, οικοδομεί προπλάσματα θεσμών όπως οι τακτικές αμεσοδημοκρατικές συνελεύσεις και αναζητεί τρόπους επέκτασης και εδραίωσης της κοινωνικής αυτοδιεύθυνσης. 

Η προϊούσα αυτοσυγκρότηση του πληθυντικού υποκειμένου μαρτυρείται και από άλλες ενδείξεις. Πρώτον, τα ανώνυμα δικτυακά καλέσματα για μαζική δράση, έξω από την ομπρέλα επώνυμων οργανώσεων, έχουν αποδείξει πλέον σε βαθμό κοινοτοπίας τη δύναμη του πλήθους να κινητοποιεί συστηματικά δεκάδες χιλιάδες πολίτες. Δεύτερον, οι συνελεύσεις της συναπόφασης μαζικοποιούνται, γίνονται τακτικές και επιδιώκουν την εφαρμογή ψηφισμάτων τους, ενσαρκώνοντας εύγλωττα την ιδιάζουσα πρακτική της συντονισμένης δράσης του «σμήνους», όπου μια ανοικτή πληθώρα από εναλλασσόμενους συντελεστές έρχονται εθελοντικά να συνδράμουν στην παραγωγή ενός κοινού και εξελισσόμενου αποτελέσματος (όπως συμβαίνει, λόγου χάρη, και με τα προγράμματα ανοικτού λογισμικού). Τρίτον, στην εντατική αυτή και μαζική  δραστηριοποίηση συμβάλλει πλέον καταλυτικά και μια νέα γενιά ακτιβιστών που διαμόρφωσε την πολιτική της παιδεία στις προγενέστερες κινηματικές αναπηδήσεις του πλήθους και γνωρίζει πώς να ακούει, να διαφωνεί και να συνεργεί χωρίς να καθοδηγεί ή να καθοδηγείται. Γίνεται φανερό πώς οι συμπράξεις του πλήθους λειτουργούν ως ένα σχολείο κοινωνικής αυτοκυβέρνησης των πολλών. 

Η ποσοτική επίταση που οδηγεί σε ποιοτικές μεταλλαγές εντοπίζεται επίσης στην ίδια την πληθυντικότητα αυτής της έκκεντρης κινητοποίησης. Στις παλιότερες αναδύσεις του εγχώριου πλήθους, η ιδεολογική και κομματική αποταύτιση μιας κρίσιμης μάζας «μεταδημοκρατικών» πολιτών, ο σκεπτικισμός και η απογοήτευσή της από τη θεσμική πολιτική, της επέτρεπαν να συνυπάρχει χωρίς διαλυτικές εντάσεις με αναρχικούς της ιδεολογίας και της πράξης και με κοινωνικά περιθωριοποιημένους. Η εμπλοκή σήμερα σημαντικών μεγεθών των μεσαίων στρωμάτων που χειμάζονται από την οικονομική κατάρρευση περιπλέκει εκθετικά την ετερογένεια του πλήθους σε ό,τι αφορά τις ιδεολογικές έξεις, τις πολιτικές στοχεύσεις, τη σύνδεση με τα κόμματα και το έθνος.

Διαχωρίζονται, έτσι, δύο «πλατείες»: ο χώρος των κλονισμένων «νοικοκυραίων πατριωτών» και ο χώρος των ριζοσπαστικών ελευθεριακών διαθέσεων και των αμεσοδημοκρατικών πρακτικών. Η αύξουσα ετερομορφία που υποδαυλίζει αντιπαραθέσεις και παρεμποδίζει την πλουραλιστική συμπόρευση εντείνεται σήμερα και από τη συμμετοχή μερίδων της αριστεράς στην πολιτική της αγανακτισμένης πλατείας. Ενώ στις διαδηλώσεις και τις διεσπαρμένες δράσεις προγενέστερων εκδηλώσεων του πλήθους οι τριβές μεταξύ των οργανωμένων και ιδεολόγων αριστερών και των αντι-θεσμικών και αντι-ταυτοτικών δυνάμεων μπορούσαν σχετικά εύκολα να αποφευχθούν, αυτό το άθλημα γίνεται δύσκολο σε κοινές διαβουλευτικές διαδικασίες με μεγαλύτερη σταθερότητα και συλλογικές πρακτικές στοχεύσεις. Έτσι, το κατεξοχήν πολιτικό ζήτημα της συνάρθρωσης των ετεροτήτων τίθεται σήμερα επιτακτικά με πολύ οξύτερους όρους, και αναδεικνύεται σε κεντρική πρόκληση για την ευόδωση των πληθυντικών εγχειρημάτων της αυτο-οργάνωσης. Τα αόριστα ευχολόγια και η χαρούμενη (αν όχι δογματική) αισιοδοξία των θεωρητικών του πλήθους ήχουν περισσότερο ρηχά από ποτέ [2]

β. τα σκιρτήματα του νέου: αποεδαφικοποίηση και νέα εδαφικοποίηση, το ήθος της διαζευκτικής σύζευξης

Οι αγανακτισμένες πλατείες του Μαϊου και του Ιουνίου του ’11 μοιάζουν να κομίζουν δύο καινοφανή στοιχεία σε σχέση με το παρελθόν. Αρθρώνουν αφενός ένα ηχηρό αίτημα τοπικής ανάκτησης της δημοκρατικής εξουσίας από άμεσες συνελεύσεις της βάσης στα κέντρα και τις γειτονιές των πόλεων. Αυτή η επιδίωξη μιας νέας εδαφικοποίησης της πολιτικής θα πρέπει να συνδεθεί με την αυξημένη απο-εδαφικοποίηση της κυριαρχίας την οποία αντιμάχονται. Οι εξουσιαστικές δομές που υπαγορεύουν σήμερα τους κύριους άξονες της κυβερνητικής πολιτικής δεν έχουν μετακινηθεί μόνο από το εθνοκρατικό επίπεδο στο ηπειρωτικό της Ε.Ε., αλλά και στο χαοτικά παγκόσμιο πλέγμα των απρόσωπων διεθνών χρηματαγορών και των ανεξέλεγκτων οίκων αξιολόγησης. Η ανασύσταση μιας πραγματικής δημοκρατίας προϋποθέτει, συνεπώς, ένα νέο ρίζωμά της στις κοινότητες των πολιτών. Από την άλλη, αυτή η διεκδίκηση της εδαφικοποίησης είναι ποιοτικά νέα γιατί συμπλέκεται με τα νήματα μιας ιδιαίτερης απο-εδαφικοποίησης του πλήθους. Οι εξεγέρσεις των πλατειών συσχετίζονται με ένα διεθνές κίνημα των λαών της Μεσογείου, ριζωμένο σε ιδιαίτερους τόπους,  αλλά και ρητά συνυφασμένο με τις κινηματικές εκδηλώσεις άλλων χωρών. Επίσης, οι κατά τόπους αμεσοδημοκρατικές πρακτικές διασώζουν μια νομαδική απο-εδαφικοποίηση στον βαθμό που ανοίγονται στις απρόσμενες, ανώνυμες και μεταβαλλόμενες εισροές των πολλών.

Μια από τις κρισιμότερες παράλληλες εξελίξεις είναι η αρχόμενη σφυρηλάτηση ενός νέου ήθους στράτευσης και συμμετοχής στις πληθυντικές πολιτικές, σε μερίδες συνοδοιπόρων της οργανωμένης αριστεράς και όχι μόνον. [3]  Η σύμπραξη γίνεται με ένα πνεύμα που αναγνωρίζει τις ανταγωνιστικές πολιτικές λογικές των σημερινών διαβημάτων του πλήθους. Η αποστροφή λ.χ. των αγανακτισμένων πλατειών προς τις κομματικές ταυτίσεις συγκρούεται με την επιθυμία ορισμένων συμμετεχόντων να διατηρήσουν την προϋπάρχουσα πολιτική τους ταυτότητα. Γενικότερα, η χαλαρή, οριζόντια και χωρίς θεσμικές παγιώσεις διάρθρωση των κινητοποιήσεων έρχεται σε αντίθεση με πολιτικές δομές που προσανατολίζονται στον κεντρικό συντονισμό, τον ιδεολογικό προσδιορισμό, τον πολιτικό προγραμματισμό και τη σφιχτή οργάνωση με αντιπροσώπους. Για να ευδοκιμήσει, η συμπόρευση τέτοιων αντικρουόμενων διαφορών προϋποθέτει ένα πολιτικό ήθος που θα συνδυάζει την αγωνιστική πολιτική της ταυτότητας με το κριτικό άνοιγμα στη διαφορά και τον σεβασμό του άλλου, και θα έχει γνώμονα, όχι την τελική επικράτηση του εγώ, αλλά τη δημιουργική του όσμωση, ώστε να διασφαλίζεται το καλύτερο συλλογικό αποτέλεσμα για την κοινή ελευθερία.

Τα σκιρτήματα μιας τέτοιας πολιτικής ηθικής που προάγει την ανταγωνιστική σύζευξη των διαφορών είναι από τα πλέον ελπιδοφόρα μηνύματα που εκπέμπουν οι πλατείες των αγανακτισμένων. Αποτελούν αναγκαίο όρο, όχι μόνο για την ισότιμη συνεργασία των ανταγωνιστικών ετεροτήτων στις σημερινές εμφανίσεις του πλήθους, αλλά και για μια παραγωγική διαπάλη με την οποία οι διαφορετικότητες θα ασκούν αμοιβαία κριτική και θα εμπλουτίζουν η μία την άλλη, ώστε να διαμορφώνονται κάθε φορά οι καλύτερες πολιτικές για την ανάπτυξη της ίσης ελευθερίας. Το ζητούμενο, που έχει αρχίσει να γίνεται συνείδηση, είναι ένα νέο είδος στράτευσης στην κοινή υπόθεση, το οποίο θα συμπλέκει το πάθος, την ταύτιση και την αφοσίωση με την κριτική αποστασιοποίηση, τη μερική αυτονομία, την καταξίωση του εσωτερικού ανταγωνισμού.

γ. η αιτούμενη οντογένεση του μέλλοντος

Και τώρα τι; 
Η εκπλήρωση του αιτήματος για έναν ευρύτερο μετασχηματισμό που θα κάνει το πλήθος σταθερό πολιτικό πρωταγωνιστή και υποκείμενο ενός συλλογικού αυτοκαθορισμού με διάρκεια απαιτεί, ούτε λίγο ούτε πολύ, τη δημιουργία νέων σχημάτων διακυβέρνησης και κοινωνικής διάρθρωσης. Και αν αυτά δεν πρόκειται να αναπαράγουν απλώς το ισχύον πολιτικό και οικονομικό καθεστώς, θα πρέπει να είναι καινοφανείς θεσμικές δημιουργίες, οι οποίες θα αποτυπώνουν και θα υποστηρίζουν την ιδιάζουσα πολιτική του πλήθους - την ανοικτότητα, την ευελιξία, τη ρευστότητα, την οριζόντια, αντι-ιεραρχική συνεργασία, την ποικιλομορφία. Η στόχευση αυτή δεν άγεται μόνον πέρα από τα κυρίαρχα μορφώματα της αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης και της αγοραίας οικονομίας αλλά, στην πραγματικότητα, και πέρα από τα επιτεύγματα και τις πολιτικές επινοήσεις του ίδιου του πλήθους, που δεν έχει συγκροτήσει ακόμη θεσμούς καθημερινής αυτοκυβέρνησης στη μαζική κλίμακα των σημερινών εθνών-κρατών με την αντίστοιχη περιπλοκότητα των κοινωνικών υποθέσεων.


Αλλά η εγκαθίδρυση μιας «πραγματικής δημοκρατίας» των πολλών επιτάσσει ταυτόχρονα και κάτι εξίσου δύσκολο και προκλητικό με την ευρεία κοινωνική αναθέσμιση: τη γένεση νέων πολιτικών υποκειμένων με ένα άλλο habitus, σε ουσιαστική ρήξη με τον απολιτικό ατομικισμό του πολίτη-καταναλωτή των σύγχρονων δημοκρατιών. Η διαρκής εμπλοκή των πολλών στην αυτοδιεύθυνση των κοινοτήτων τους απαιτεί μια σταθερή συλλογική μέριμνα για τα κοινά και μια μαζική ψυχοσωματική επένδυση στην ενεργό πολιτική δράση. Αυτή μόνο μπορεί να κάνει την πλειοψηφία να προσφέρει συστηματικά την ενέργεια που θα καταναλώνουν οι κοπιώδεις μαζικές διαβουλεύσεις σε τακτικούς ρυθμούς και την ενέργεια που χρειάζεται η πραγματική εκτέλεση των συλλογικών αποφάσεων από τους πολλούς. Ένας άλλος τύπος ανθρώπου σε μια άλλη δημοκρατία: έτσι αποκρυπτογραφείται το αίτημα της αυτοθέσμισης του πλήθους ως αίτημα αυθυπέρβασης.
[1] Για τις παλιότερες αναλύσεις του γράφοντος περί πλήθους βλ. Αλέξανδρος Κιουπκιολής (2008) «Το πλήθος της μεταπολιτικής στους δρόμους της Αθήνας.   Δύο θέσεις για τη ριζοσπαστική δημοκρατία», Σύγχρονα Θέματα, αρ.τεύχους 101, Ιούνιος 2008, Αλέξανδρος Κιουπκιολής (2008) «Το πλήθος της μεταπολιτικής στους δρόμους της Ελλάδας, Πράξη Β΄: Η εξέγερση», Σύγχρονα Θέματα, αρ. τεύχους 103, Δεκέμβριος 2008. Για τη σημερινή εξάπλωση του λόγου περί πλήθους βλ. ενδεικτικά Κώστας Δουζίνας (2011) «Το πλήθος στην πλατεία και το κέντρο των πολιτικών εξελίξεων», Αυγή της Κυριακής, 05/06/2011, Πέτρος Παπακωνσταντίνου (2011) : "Προοίμιο ελληνικού ‘Αργεντινάσο’" .

[2] Βλ. π.χ. Μichael Hardt, Antonio Negri (2009) Commonwealth, The Belknap Press of Harvard University Press, Cambridge, Mass., σσ.303-306, 341-344, 358-359.

[3] Βλ. χαρακτηριστικά το κείμενο της οργάνωσης Κόκκινο : "Το ‘κίνημα των αγανακτισμένων’ και η Αριστερά"
(Το κείμενο αποτελεί προδημοσίευση από το υπό έκδοση τεύχος των Σύγχρονων Θεμάτων και δημοσιεύτηκε στο  REDNotebook.)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου