Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

"μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω...."

Ιάκωβος Καμπανέλλης-Αυλαία και γι αυτόν
κκ


Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης γεννήθηκε στη Νάξο το 1922. Η οικογένειά του μετακόμισε στην Αθήνα το 1934. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής συνελήφθη από τους Ναζί και εστάλη στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Μαουτχάουζεν, όπου και παρέμεινε μέχρι την απελευθέρωσή του από τους συμμάχους, το Μάιο του 1945. Από τους 320.000 ανθρώπους που κρατήθηκαν συνολικά εκεί, επέζησαν μόνο 80.000 μέχρι το τέλος του πολέμου.
Μία παράσταση στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν, το 1945, ήταν η θρυαλλίδα για την ενασχόλησή του με το θέατρο. Το 1950 παρουσίασε το πρώτο του θεατρικό έργο, το "Χορό Πάνω στα Στάχυα". Τις επόμενες πέντε δεκαετίες υπέγραψε δεκάδες ακόμη έργα, όπως η "Έβδομη Μέρα της Δημιουργίας", η "Αυλή των Θαυμάτων", η "Ηλικία της νύχτας", το "Παραμύθι Χωρίς Όνομα", η "Γειτονιά των Αγγέλων" και το "Μεγάλο μας Τσίρκο".
Έγραψε επίσης τα σέναρια ταινιών, όπως η "Στέλλα" του Μιχάλη Κακογιάννη και ο "Δράκος" του Νίκου Κούνδουρου και τους στίχους σε συνεργασία με συνθέτες όπως ο Μάνος Χατζιδάκις (Παραμύθι χωρίς όνομα)και  ο Μίκης Θεοδωράκης (Μαουτχάουζεν).
Ο Ιακ. Καμπανέλλης ασχολήθηκε και με τη δημοσιογραφία και συνεργάστηκε με τις εφημερίδες "Ελευθερία", "Ανένδοτος" και "Νέα"

το μεγάλο μας τσίρκο

Μεγάλα νέα φέρνω από κει πάνω
περίμενε μια στάλα ν' ανασάνω
και να σκεφτώ αν πρέπει να γελάσω,
να κλάψω, να φωνάξω, ή να σωπάσω.
Οι βασιλιάδες φύγανε και πάνε
και στο λιμάνι τώρα, κάτω στο γιαλό,
οι σύμμαχοι τους στέλνουν στο καλό.
Καθώς τα μαγειρέψαν και τα φτιάξαν
από ξαρχής το λάκκο τους εσκάψαν
κι από κοντά οι μεγάλοι μας προστάτες,
αγάλι-αγάλι εγίναν νεκροθάφτες
και ποιος πληρώνει πάλι τα σπασμένα
και πώς να ξαναρχίσω πάλι απ' την αρχή
κι ας ήξερα τουλάχιστον γιατί.

Το ριζικό μου ακόμα τι μου γράφει
το μελετάνε τρεις μηχανορράφοι.
Θα μας το πουν γραφιάδες και παπάδες
με τούμπανα, παράτες και γιορτάδες.
Το σύνταγμα βαστούν χωροφυλάκοι
και στο παλάτι μέσα οι παλατιανοί
προσμένουν κάτι νέο να φανεί.
Στολίστηκαν οι ξένοι τραπεζίτες,
ξυρίστηκαν οι Έλληνες μεσίτες.
Εφτά ο τόκος πέντε το φτιασίδι,
σαράντα με το λάδι και το ξύδι
κι αυτός που πίστευε και καρτερούσε,
βουβός φαρμακωμένος στέκει και θωρεί
τη λευτεριά που βγαίνει στο σφυρί.

Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
μην έχεις πια την πείνα για καμάρι.
Οι αγώνες πούχεις κάνει δεν φελάνε
το αίμα το χυμένο αν δεν ξοφλάνε.
Λαέ μη σφίξεις άλλο το ζωνάρι,
η πείνα το καμάρι είναι του κιοτή,
του σκλάβου που του μέλλει να θαφτεί



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου